7/2/15

Ο προπάππος μου, ο μάστορας...

Ο ΤΡΙΣΕΓΓΟΝΟΣ ΤΟΥ ΗΠΕΙΡΩΤΗ ΠΟΥ ΕΧΤΙΣΕ ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΠΛΑΚΑΣ

www.ethnos.gr

Ο προπάππος μου, ο μάστορας...

Το γεφύρι της Πλάκας τη δεκαετία του '50, φωτογραφία από το αρχείο της οικογένειας Μπέκα και δίπλα, ό,τι απέμεινε από τα ορμητικά νερά του Αραχθου. Πάνω, ο Νικόλαος Μπέκας, γιος του πρωτομάστορα Κώστα Μπέκα, ο οποίος έχτισε το ξακουστό γεφύρι. Οταν κατασκευάστηκε ήταν 7 ετών. Διετέλεσε δήμαρχος Πραμάντων και πέθανε υπεραιωνόβιος
Χωρίς να διαθέτει τα θεωρητικά και τεχνικά εφόδια ενός επιστήμονα μηχανικού, ο Πραμαντιώτης μάστορας Κώστας Μπέκας κατασκεύασε εν έτει 1866 ένα έργο που προκαλούσε τον θαυμασμό των περαστικών: το γεφύρι της Πλάκας, ένα κόσμημα που κατέρρευσε τελικά 149 χρόνια αργότερα από τον πλημμυρισμένο Αραχθο.
Λίγο καιρό μετά την κατασκευή του και ενώ γαλλικό συνεργείο είχε μεταβεί στην Ελλάδα για να χτίσει τον Ισθμό της Κορίνθου, τεχνικοί της ομάδας επισκέφθηκαν την Ηπειρο. Αντικρίζοντας το γεφύρι έμειναν έκθαμβοι από την αρτιότητά του και ζήτησαν να γνωρίσουν τον άνθρωπο που το κατασκεύασε. Οι χωριανοί τον φώναξαν και ο μαστρο-Κώστας εμφανίστηκε μπροστά τους. Αμέσως άρχισαν οι ερωτήσεις. Στο τέλος της συζήτησης εντυπωσιασμένοι οι Γάλλοι χάρισαν τιμητικά στον μαστρο-Κώστα μια κορδέλα μέτρησης μέσα σε δερμάτινη θήκη...

Η διήγηση αυτού του περιστατικού, που συνέβη σχεδόν ενάμιση αιώνα πριν, είναι μία από τις ιστορίες που συνοδεύουν τις παιδικές αναμνήσεις του κ. Κώστα Μπέκα, ενός επιχειρηματία που ζει και δραστηριοποιείται σήμερα στην Αθήνα. Κι αυτό επειδή είναι ο τρισέγγονος του πρωτομάστορα Μπέκα που κατασκεύασε στην Πλάκα το μεγαλύτερο μονότοξο γεφύρι των Βαλκανίων χαρίζοντας ζωή στην περιοχή...
Ηταν το καμάρι του
Μιλώντας στο «Εθνος», ο κ. Μπέκας αναφέρει πως το γεφύρι υπήρξε για την οικογένειά του σημείο αναφοράς. «Σύμφωνα με τα χειρόγραφα που άφησε ο προπάππος μου -ο γιος δηλαδή του μάστορα-, ο Κώστας Μπέκας ήταν αρχιτέκτονας θολωτών βυζαντινών ναών. Είχε χτίσει κι άλλα γεφύρια, στη Σαρακίνα, στον Πηνειό, στο Καλεντήνι, η Πλάκα όμως ήταν το καμάρι του».
Και συνεχίζει: «Το γεφύρι το είχαν ξαναχτίσει άλλοι πριν από εκείνον, όμως συνέχεια έπεφτε». Λέγεται μάλιστα πως μία από τις καταστροφές συντελέστηκε λίγες ώρες μετά τα εγκαίνια της γέφυρας γεμίζοντας ταπείνωση τους μάστορες. Τα Τζουμέρκα έμειναν αποκομμένα από την υπόλοιπη περιοχή για περίπου τρία χρόνια, μέχρι να μαζευτούν τα χρήματα για τη νέα δοκιμή.
Τελικά τα 178.000 γρόσια συγκεντρώθηκαν «με το χωριό των Μελισσουργών να δίνει τα μισά και τα Πράμαντα τα υπόλοιπα. Ο προπροπάππος ανέλαβε το έργο και μετά από δική του επιμονή έγινε μονότοξο με διαφορετική τεχνική, με χοντρές βάσεις στις δύο όχθες που διασφάλιζαν τη σταθερότητά του», λέει ο κ. Μπέκας. Μια τεχνική που έδωσε στο γεφύρι τεράστιες διαστάσεις, αφού στο συγκεκριμένο σημείο το πλάτος του Αραχθου φτάνει τα 40 μέτρα. «Το ποτάμι ανέβαινε συχνά, έχω ακούσει πολλές ιστορίες από το παρελθόν, όμως το γεφύρι δεν είχε ποτέ πρόβλημα. Οταν έμαθα ότι καταστράφηκε στενοχωρήθηκα, φιλοξένησε ιστορικά γεγονότα και συνηθίζαμε να το επισκεπτόμαστε».
Διηγούμενος την πορεία της οικογένειάς του, ο τρισέγγονος του πρωτομάστορα εξηγεί ότι «οι Μπεκαίοι έφτασαν στα Τζουμέρκα κυνηγημένοι από το χωριό Ρευματιά μετά την καταστροφή του Σουλίου από τον Αλή Πασά. Ο γιος του πρωτομάστορα, ο παππούς του πατέρα μου δηλαδή, διετέλεσε πολλές φορ
ές δήμαρχος Πραμάντων και πέθανε υπεραιωνόβιος, σε ηλικία 102 ετών. Από εκείνον άκουσε ο πατέρας μου αρκετά για τους θρύλους που το συνόδευαν.
Εχει αξία και ένα περιστατικό που συνέβη προς το τέλος της ζωής του προπάππου μου: Σε πολύ προχωρημένη ηλικία χρειάστηκε να περάσει το γεφύρι. Ανήμπορος να περπατήσει, τον πήρε μια ανιψιά του στον ώμο για να τον περάσει απέναντι. Και κείνος συγκινημένος φώναζε «πού 'σαι, πατέρα μου, να δεις πώς το περνάω το γεφύρι σου...».
Κατερίνα Ροββά
Φωτογραφίες Χάρης Γκίκας

.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου